ΛΟΓΟΣ ΙΕΡΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΠΛΑΝΩΝ ΜΑΣ
(ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑΣ ΤΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ)
ΜΕΓΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΚΕΠΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ
+++
Τριάς Αγία ευλογεί, γράψε αμαρτωλή ψυχή,
γράψε Θεία Ρήματα, γράψε αυτά ως ποιήματα,
είναι Θεϊκά χαρίσματα, ψυχικά ευεργετήματα.
Το χέρι να μη διστάζει να γράφει,
το αμαρτωλό μυαλό τίποτα να μην εξετάσει.
τα εκλεκτά Μου τα παιδιά, να τα ενδυναμώσω.
Ντυμένη μέσα στα φτωχά, ζητιάνα τριγυρνούσα,
με τη μορφή φτωχής γριάς, το έλεος ζητούσα.
Πρώτα στην πόλη έφτασα, σε μια γωνιά καθόμουν,
τον πόνο Μου τον έλεγα εκεί όπου στεκόμουν.
Όμως οι περαστικοί, σα να Με αγνοούσαν,
το βλέμμα τους με καρδιά σκληρή, αλλούθε το γυρνούσαν.
Κι Εγώ η Μάνα η φτωχιά, έκλαιγα και θρηνούσα,
για την σκληρή τους την καρδιά το έλεος ζητούσα.
Πού είναι η αγάπη εις τη γη που δίδαξες Υιέ Μου;
Παγωμένη σου είναι η ψυχή, Ορθόδοξε λαέ Μου.
Κι εκεί όπου καθόμουν και γοερώς θρηνούσα,
για την σκληρότητα του κόσμου τον Υιό Μου παρακαλούσα,
με πλησιάζει ένα παιδί γεμάτο καλοσύνη,
ήταν η καρδιά του αγαθή χωρίς πονηροσύνη.
Μου πρόσφερε λίγα λεφτά μα με πολύ αγάπη,
μες τη δική του την καρδιά, ο Υιός Μου είχε θρονιάσει.
Τα μάτια Μου εσήκωσα ψηλά προς τον Υιό Μου,
κι αφού Τον ευχαρίστησα, άλλαξα τον προορισμό Μου.
Πέρασα λόφους και βουνά κι έφτασα σ’ ένα χωριουδάκι,
όπου είχε άφθονα αγαθά και δροσερό νεράκι.
Τις πόρτες πήρα να χτυπώ, λίγο νερό ζητούσα,
ένα πιάτο φαγητό, η δύστυχη πεινούσα.
Κανένας δεν Μου άνοιγε, όσο και να βροντούσα,
δεν τους ενδιέφερε εάν Εγώ πονούσα.
Τα ίδια αντιμετώπιζα κι εδώ στην επαρχία,
όλα αυτά που πέρασα πιο πριν στην πολιτεία.
Το δάκρυ έπεφτε καυτό κι έβρεχε το χώμα,
Θεέ Μου μη ΄ρθει το τιμωρό, κρατήσου λίγο ακόμα.
Σίγουρα θα υπάρχει κι εδώ κάποιο μαργαριτάρι,
σε τούτο το φτωχό χωριό, που μες στο σπίτι θα με βάλει.
Κι ευθύς η πόρτα άνοιξε και μια φτωχή γριούλα,
μ’ αγάπη με δέχτηκε σα να ‘μουν δική της αδερφούλα.
Μου έδωσε νερό να πιώ, ψωμί για να χορτάσω,
και μ’ ένα λόγο της γλυκό, κάθισα να ξαποστάσω.
Κι όταν έφυγα από εκεί, τον Υιό Μου ευχαριστούσα,
και την γλυκιά αυτή ψυχή, πολύ την ευλογούσα.
Όλα αυτά τα εξιστορώ για μάθημα δικό σας,
γιατί από αγάπη αδειανό είναι το ψυχικό σας.
Κάθε φτωχή, φτωχός που σας χτυπά την πόρτα,
είναι ο Ιησούς Χριστός, η Μάνα του η Ζωοδότα.
Όλους να τους δέχεστε με περισσή αγάπη,
κανέναν μην ελέγχετε, η καρδιά να πράττει.
Κι όταν με το καλό από το σπίτι φεύγουν,
μια προσευχή προς τον θεό, τα χείλη σας να ψέλνουν.
Με δάκρυα στα μάτια σας, να Τον ευχαριστείτε,
γιατί μέσα στα σπίτια σας αξιωθήκατε να τον υποδεχτείτε.
ΑΜΗΝ
ΔΟΞΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ,
ΔΟΞΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΝΑΓΙΑ